gray-headed
gray
greɪhɛdɪd
greihedid
headed

Ορισμός και σημασία του "gray-headed"στα αγγλικά

gray-headed
01

γκριζομάλλης, ασπρομάλλης

having gray or white hair, usually due to aging 
gray-headed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gray-headed
συγκριτικός βαθμός
more gray-headed
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The gray-headed man led the meeting with authority and calm. 

Ο ασπρομάλλης άνδρας οδήγησε τη συνάντηση με αυθεντία και ηρεμία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store