gravelly
Pronunciation
/ˈɡɹævəɫi/

Ορισμός και σημασία του "gravelly"στα αγγλικά

01

βραχνός, τραχύς

(of a voice) deep, rough, and often slightly raspy in quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gravelly
συγκριτικός βαθμός
more gravelly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He spoke with a gravelly voice that resonated through the crowded room, capturing everyone's attention.
Μίλησε με μια βραχνή φωνή που αντήχησε στο γεμάτο δωμάτιο, τραβώντας την προσοχή όλων.
02

χαλικώδης, πετρώδης

abounding in small stones
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store