gravelly
gra
ˈgræ
grā
ve
lly
li
li
gravely

Ορισμός και σημασία του "gravelly"στα αγγλικά

01

βραχνός, τραχύς

(of a voice) deep, rough, and often slightly raspy in quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gravelly
συγκριτικός βαθμός
more gravelly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After shouting at the concert, her gravelly voice made her sound as if she had aged ten years overnight. 

Μετά τις φωνές στο συναυλία, η βραχνή της φωνή την έκανε να ακούγεται σαν να γέρασε δέκα χρόνια σε μια νύχτα.

02

χαλικώδης, πετρώδης

abounding in small stones 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store