grandparent
grand
ˈgrænd
γκραινντ
pa
ˌpeə
πε
rent
rənt
ραντ

Ορισμός και σημασία του "grandparent"στα αγγλικά

01

παππούς, γιαγιά

someone who is our mom or dad's parent 
grandparent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
grandparents
αρσενικό ενικό
grandfather
θηλυκό ενικό
grandmother
neutral form
grandparent
Παραδείγματα
Every Sunday, we have dinner at our grandparents' house. 

Κάθε Κυριακή, γευματίζουμε στο σπίτι των παππούδων μας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

grandparent

grand

+

parent

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store