governor
go
ˈgʌ
ga
ver
nor

Ορισμός και σημασία του "governor"στα αγγλικά

01

κυβερνήτης, διοικητής

a person who is in charge of a state, region, or territory 
governor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
governors
Παραδείγματα
The governor signed a new law for the state. 

Ο κυβερνήτης υπέγραψε ένα νέο νόμο για την πολιτεία.

02

ρυθμιστής, ρυθμιστής ταχύτητας

a control that maintains a steady speed in a machine (as by controlling the supply of fuel) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store