Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Governor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
governors
Παραδείγματα
He worked closely with the governor on infrastructure projects.
Συνεργάστηκε στενά με τον κυβερνήτη σε έργα υποδομών.
02
ρυθμιστής, ρυθμιστής ταχύτητας
a control that maintains a steady speed in a machine (as by controlling the supply of fuel)
Λεξικό Δέντρο
governorship
governor
govern



























