Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Governor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
governors
αρσενικό ενικό
governor
θηλυκό ενικό
governess
neutral form
governor
Παραδείγματα
The governor signed a new law for the state.
Ο κυβερνήτης υπέγραψε ένα νέο νόμο για την πολιτεία.
02
ρυθμιστής, ρυθμιστής ταχύτητας
a control that maintains a steady speed in a machine (as by controlling the supply of fuel)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
governorship
governor
govern



























