Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
governmental
01
κυβερνητικός, κρατικός
related to the government, its institutions, or its functions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, administration, society
Παραδείγματα
Governmental policies shape the direction of economic growth.
Οι κυβερνητικές πολιτικές διαμορφώνουν την κατεύθυνση της οικονομικής ανάπτυξης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
governmentally
governmental
government
govern



























