Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to glower
01
κοιτάζω θυμωμένα, συνοφρυώνομαι
to look or stare at someone angrily
Παραδείγματα
The boss glowered at the employees who were late for the meeting.
Το αφεντικό κοίταξε με θυμό τους υπαλλήλους που άργησαν στη συνάντηση.
02
κοιτάζω με θυμό, κοιτάζω σταθερά
look at with a fixed gaze
Glower
01
βλοσυρό βλέμμα, θυμωμένο βλέμμα
a sullen, angry or aggressive stare
Παραδείγματα
Her glower across the table warned him to stop talking.
Το βλοσυρό βλέμμα της από απέναντι στο τραπέζι τον προειδοποίησε να σταματήσει να μιλάει.
Λεξικό Δέντρο
glowering
glower



























