Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to glower
01
κοιτάζω θυμωμένα, συνοφρυώνομαι
to look or stare at someone angrily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glower
γ΄ ενικό πρόσωπο
glowers
ενεστώτα μετοχή
glowering
απλός αόριστος
glowered
παθητική μετοχή
glowered
Παραδείγματα
The teacher glowered at the students who were talking during the test.
Ο δάσκαλος κοίταξε με θυμό τους μαθητές που μιλούσαν κατά τη διάρκεια του τεστ.
02
κοιτάζω με θυμό, κοιτάζω σταθερά
look at with a fixed gaze
Glower
01
βλοσυρό βλέμμα, θυμωμένο βλέμμα
a sullen, angry or aggressive stare
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glowers
Παραδείγματα
His glower made it clear he wasn't in the mood for jokes.
Το βλοσυρό του βλέμμα έκανε σαφές ότι δεν ήταν στη διάθεση για αστεία.
Λεξικό Δέντρο
glowering
glower



























