to glower
Pronunciation
/ˈɡɫaʊɝ/

Ορισμός και σημασία του "glower"στα αγγλικά

to glower
01

κοιτάζω θυμωμένα, συνοφρυώνομαι

to look or stare at someone angrily
to glower definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glower
γ΄ ενικό πρόσωπο
glowers
ενεστώτα μετοχή
glowering
απλός αόριστος
glowered
παθητική μετοχή
glowered
Παραδείγματα
The boss glowered at the employees who were late for the meeting.
Το αφεντικό κοίταξε με θυμό τους υπαλλήλους που άργησαν στη συνάντηση.
02

κοιτάζω με θυμό, κοιτάζω σταθερά

look at with a fixed gaze
01

βλοσυρό βλέμμα, θυμωμένο βλέμμα

a sullen, angry or aggressive stare
glower definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glowers
Παραδείγματα
Her glower across the table warned him to stop talking.
Το βλοσυρό βλέμμα της από απέναντι στο τραπέζι τον προειδοποίησε να σταματήσει να μιλάει.

Λεξικό Δέντρο

glowering
glower
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store