Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glow-up
01
αξιοσημείωτη μεταμόρφωση, εντυπωσιακός μετασχηματισμός
a noticeable transformation in a person's appearance, style, or confidence for the better
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glow-ups
Παραδείγματα
Did you see her after high school? Total glow-up.
Την είδες μετά το λύκειο; Ολικό glow-up.



























