Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to glorify
01
δοξάζω, τιμώ
to praise or honor something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glorify
γ΄ ενικό πρόσωπο
glorifies
ενεστώτα μετοχή
glorifying
απλός αόριστος
glorified
παθητική μετοχή
glorified
Παραδείγματα
The community festival last year glorified local talents and traditions.
Το φεστιβάλ της κοινότητας πέρυσι δόξασε τα τοπικά ταλέντα και τις παραδόσεις.
02
δοξάζω, μεγαλύνω
bestow glory upon
03
δοξάζω, μεγαλοποιώ
cause to seem more splendid
04
δοξάζω, εξυμνώ
to honor and praise God through worship
Παραδείγματα
People of different faiths come together to glorify the Almighty in times of unity and peace.
Άνθρωποι διαφορετικών θρησκειών συγκεντρώνονται για να δοξάσουν τον Παντοδύναμο σε καιρούς ενότητας και ειρήνης.
Λεξικό Δέντρο
glorified
glorify
glory



























