to glorify
glo
ˈglɔ:
glaw
ri
ri
fy
faɪ
fai
horrify

Ορισμός και σημασία του "glorify"στα αγγλικά

to glorify
01

δοξάζω, τιμώ

to praise or honor something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glorify
γ΄ ενικό πρόσωπο
glorifies
ενεστώτα μετοχή
glorifying
απλός αόριστος
glorified
παθητική μετοχή
glorified
Παραδείγματα
The ongoing project currently glorifies the dedication and creativity of the team. 

Το τρέχον έργο δοξάζει επί του παρόντος την αφοσίωση και τη δημιουργικότητα της ομάδας.

02

δοξάζω, μεγαλύνω

bestow glory upon 
03

δοξάζω, μεγαλοποιώ

cause to seem more splendid 
04

δοξάζω, εξυμνώ

to honor and praise God through worship 
Παραδείγματα
The congregation gathered to glorify God through songs of praise and worship. 

Η συγκέντρωση συγκεντρώθηκε για να δοξάσει τον Θεό μέσω τραγουδιών δοξολογίας και λατρείας.

Λεξικό Δέντρο

glorified
glorify
glory
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store