Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to glorify
01
δοξάζω, τιμώ
to praise or honor something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glorify
γ΄ ενικό πρόσωπο
glorifies
ενεστώτα μετοχή
glorifying
απλός αόριστος
glorified
παθητική μετοχή
glorified
Παραδείγματα
The ongoing project currently glorifies the dedication and creativity of the team.
Το τρέχον έργο δοξάζει επί του παρόντος την αφοσίωση και τη δημιουργικότητα της ομάδας.
02
δοξάζω, μεγαλύνω
bestow glory upon
03
δοξάζω, μεγαλοποιώ
cause to seem more splendid
04
δοξάζω, εξυμνώ
to honor and praise God through worship
Παραδείγματα
The congregation gathered to glorify God through songs of praise and worship.
Η συγκέντρωση συγκεντρώθηκε για να δοξάσει τον Θεό μέσω τραγουδιών δοξολογίας και λατρείας.
Λεξικό Δέντρο
glorified
glorify
glory



























