to glimmer
Pronunciation
/ˈɡɫɪmɝ/

Ορισμός και σημασία του "glimmer"στα αγγλικά

to glimmer
01

αναλαμπή, λαμπυρίζω αμυδρά

to shine softly or faintly
Intransitive
to glimmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glimmer
γ΄ ενικό πρόσωπο
glimmers
ενεστώτα μετοχή
glimmering
απλός αόριστος
glimmered
παθητική μετοχή
glimmered
Παραδείγματα
The old lantern began to glimmer as it was lit in the darkness.
Το παλιό φανάρι άρχισε να λαμπυρίζει όταν ανάφτηκε στο σκοτάδι.
01

μια λάμψη, μια αμυδρή λάμψη

a faint or brief flash of light, often reflected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glimmers
Παραδείγματα
The glass produced a glimmer in the moonlight.
Το γυαλί παρήγαγε μια λάμψη στο φως του φεγγαριού.
02

μια λάμψη, μια υπόδειξη

a faint sign, hint, or vague indication of something
Παραδείγματα
The research shows a glimmer of a possible solution.
Η έρευνα δείχνει μια αχτίδα μιας πιθανής λύσης.

Λεξικό Δέντρο

glimmering
glimmering
glimmer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store