Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to glimmer
01
αναλαμπή, λαμπυρίζω αμυδρά
to shine softly or faintly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glimmer
γ΄ ενικό πρόσωπο
glimmers
ενεστώτα μετοχή
glimmering
απλός αόριστος
glimmered
παθητική μετοχή
glimmered
Παραδείγματα
The stars began to glimmer in the night sky.
Τα αστέρια άρχισαν να λαμπυρίζουν στον νυχτερινό ουρανό.
Glimmer
01
μια λάμψη, μια αμυδρή λάμψη
a faint or brief flash of light, often reflected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glimmers
Παραδείγματα
A glimmer of sunlight shone through the clouds.
Μια λάμψη ηλιακού φωτός έλαμψε μέσα από τα σύννεφα.
02
μια λάμψη, μια υπόδειξη
a faint sign, hint, or vague indication of something
Παραδείγματα
She saw a glimmer of hope in his smile.
Είδε μια αχτίδα ελπίδας στο χαμόγελό του.



























