Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gladiator
01
μονομάχος, επαγγελματίας μαχητής
(ancient Rome) a professional combatant or a captive who entertained the public by engaging in mortal combat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gladiators
02
μονομάχος, επαγγελματίας πυγμάχος
a professional boxer



























