to gladden
gla
ˈglæ
glā
dden
dən
dēn
nevadansaddenabadanmadden

Ορισμός και σημασία του "gladden"στα αγγλικά

to gladden
01

ευχαριστώ, χαροποιώ

become glad or happy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
gladden
γ΄ ενικό πρόσωπο
gladdens
ενεστώτα μετοχή
gladdening
απλός αόριστος
gladdened
παθητική μετοχή
gladdened
02

ευχαριστώ, εξιτάρω

to make happy, delighted, or pleased 
Παραδείγματα
The good news gladdened her heart. 

Τα καλά νέα χάρηκαν την καρδιά της.

Λεξικό Δέντρο

gladdened
gladden
glad
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store