Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gladden
01
ευχαριστώ, χαροποιώ
become glad or happy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
gladden
γ΄ ενικό πρόσωπο
gladdens
ενεστώτα μετοχή
gladdening
απλός αόριστος
gladdened
παθητική μετοχή
gladdened
02
ευχαριστώ, εξιτάρω
to make happy, delighted, or pleased
Παραδείγματα
Hearing from an old friend gladdened him.
Να ακούσει από έναν παλιό φίλο τον χάρηκε.
Λεξικό Δέντρο
gladdened
gladden
glad



























