Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gingerroot
01
ρίζα τζίντζερ, τζίντζερ
pungent rhizome of the common ginger plant; used fresh as a seasoning especially in Asian cookery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gingerroots



























