gink
Pronunciation
/dʒˈɪŋk/

Ορισμός και σημασία του "gink"στα αγγλικά

01

ένας ανόητος, ένας αδέξιος άνθρωπος

a foolish, odd, or socially awkward person
Dialectamerican flagAmerican
gink definition and meaning
dated
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ginks
Παραδείγματα
The gink tried to impress with outdated slang.
Ο γκινκ προσπάθησε να εντυπωσιάσει με ξεπερασμένη αργκό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store