Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to antedate
01
προηγούμαι, προχρονολογώ
to exist before something else in time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
antedate
γ΄ ενικό πρόσωπο
antedates
ενεστώτα μετοχή
antedating
απλός αόριστος
antedated
παθητική μετοχή
antedated
Παραδείγματα
The invention of the wheel antedates the construction of the first automobiles by thousands of years.
Η εφεύρεση του τροχού προηγείται της κατασκευής των πρώτων αυτοκινήτων κατά χιλιάδες χρόνια.
02
προχρονολογώ, τοποθετώ παλιότερη ημερομηνία
to assign an earlier date to something
Παραδείγματα
The invoice was antedated to reflect the start of the project, though it was issued a week later.
Το τιμολόγιο προηγήθηκε χρονολογικά για να αντικατοπτρίζει την έναρξη του έργου, αν και εκδόθηκε μια εβδομάδα αργότερα.



























