Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to antedate
01
προηγούμαι, προχρονολογώ
to exist before something else in time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
antedate
γ΄ ενικό πρόσωπο
antedates
ενεστώτα μετοχή
antedating
απλός αόριστος
antedated
παθητική μετοχή
antedated
Παραδείγματα
The theories proposed by early scientists antedate the current understanding of the subject.
Οι θεωρίες που προτάθηκαν από τους πρώτους επιστήμονες προηγούνται της τρέχουσας κατανόησης του θέματος.
02
προχρονολογώ, τοποθετώ παλιότερη ημερομηνία
to assign an earlier date to something
Παραδείγματα
The report was antedated to fit the timeline of the project's development.
Η αναφορά προηγούμενης ημερομηνίας για να ταιριάζει στο χρονοδιάγραμμα της ανάπτυξης του έργου.



























