Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get across
01
μεταδίδω, γίνομαι κατανοητός
to be clearly understood or communicated
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
across
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get across
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets across
ενεστώτα μετοχή
getting across
απλός αόριστος
got across
παθητική μετοχή
gotten across
Παραδείγματα
The comedian's humor doesn't always get across to everyone in the audience.
Το χιούμορ του κωμικού δεν γίνεται πάντα κατανοητό από όλους στο κοινό.
02
μεταδίδω, κάνω να κατανοηθεί
to clearly communicate an idea, plan, etc.
Transitive: to get across an idea
Παραδείγματα
Sarah struggled to get her point across during the heated debate.
Η Σάρα δυσκολεύτηκε να περάσει το νόημα της κατά τη διάρκεια της έντονης συζήτησης.
03
διασχίζω, υπερβαίνω
to successfully move from one side of an obstacle or barrier to the other
Transitive: to get across an obstacle or barrier
Intransitive
Παραδείγματα
The bridge was damaged, but we managed to get across safely.
Η γέφυρα ήταν κατεστραμμένη, αλλά καταφέραμε να περάσουμε με ασφάλεια.



























