Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
german
01
γερμανικός
relating to Germany or its people or language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
German castles, such as Neuschwanstein and Heidelberg Castle, attract many tourists.
Τα γερμανικά κάστρα, όπως το Νόισβανσταϊν και το Κάστρο της Χαϊδελβέργης, προσελκύουν πολλούς τουρίστες.
German
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After three years of hard work, she has become fluent in German.
Μετά από τρία χρόνια σκληρής δουλειάς, έχει γίνει ευχέρεια στα Γερμανικά.
02
Γερμανός, Γερμανίδα
a person of German nationality



























