german
ger
ˈʤɜ:
man
mən
mēn
germane

Ορισμός και σημασία του "German"στα αγγλικά

01

γερμανικός

relating to Germany or its people or language 
German definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, culture, language
Παραδείγματα
German castles, such as Neuschwanstein and Heidelberg Castle, attract many tourists. 

Τα γερμανικά κάστρα, όπως το Νόισβανσταϊν και το Κάστρο της Χαϊδελβέργης, προσελκύουν πολλούς τουρίστες.

01

Γερμανικά

the main language in Germany, Austria and parts of Switzerland 
German definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
After three years of hard work, she has become fluent in German. 

Μετά από τρία χρόνια σκληρής δουλειάς, έχει γίνει ευχέρεια στα Γερμανικά.

02

Γερμανός, Γερμανίδα

a person of German nationality 
German definition and meaning

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store