Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anonymity
01
ανωνυμία
the sate of not being known or identified
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
anonymity
anonym



























