Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anon
01
σύντομα, προς στιγμήν
used to indicate that something will happen or be done soon, without delay
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He promised to return anon with the information she needed.
Υποσχέθηκε να επιστρέψει αμέσως με τις πληροφορίες που χρειαζόταν.
02
αργότερα, άλλη φορά
at another time



























