anon
a
ə
ē
non
ˈnɒn
non
anionannon

Ορισμός και σημασία του "anon"στα αγγλικά

01

σύντομα, προς στιγμήν

used to indicate that something will happen or be done soon, without delay 
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He promised to return anon with the information she needed. 

Υποσχέθηκε να επιστρέψει αμέσως με τις πληροφορίες που χρειαζόταν.

02

αργότερα, άλλη φορά

at another time 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store