Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to annoy
01
ενοχλώ, ερεθίζω
to make a person feel a little angry
Transitive: to annoy sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
annoy
γ΄ ενικό πρόσωπο
annoys
ενεστώτα μετοχή
annoying
απλός αόριστος
annoyed
παθητική μετοχή
annoyed
Παραδείγματα
His constant teasing annoyed me last week.
Οι συνεχείς πείραγές του με ενοχλούσαν την περασμένη εβδομάδα.
Λεξικό Δέντρο
annoyance
annoyed
annoyer
annoy



























