Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to annoy
01
ενοχλώ, ερεθίζω
to make a person feel a little angry
Transitive: to annoy sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
annoy
γ΄ ενικό πρόσωπο
annoys
ενεστώτα μετοχή
annoying
απλός αόριστος
annoyed
παθητική μετοχή
annoyed
Παραδείγματα
The constant tapping of the pen on the desk annoyed her during the meeting.
Ο συνεχής κτύπος του στυλιού στο γραφείο την ενοχλούσε κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Λεξικό Δέντρο
annoyance
annoyed
annoyer
annoy



























