animism
a
ˈæ
ā
ni
ni
mi
mi
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "animism"στα αγγλικά

01

ανιμισμός, πεποίθηση στα πνεύματα που κατοικούν σε φυσικά στοιχεία

the belief in spirits residing within natural elements, objects, and living beings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Animism is evident in cultures where natural elements, like trees or rivers, are believed to possess spiritual significance. 

Ο ανιμισμός είναι εμφανής σε πολιτισμούς όπου τα φυσικά στοιχεία, όπως τα δέντρα ή τα ποτάμια, πιστεύεται ότι έχουν πνευματική σημασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store