animism
Pronunciation
/ˈænəˌmɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "animism"στα αγγλικά

01

ανιμισμός, πεποίθηση στα πνεύματα που κατοικούν σε φυσικά στοιχεία

the belief in spirits residing within natural elements, objects, and living beings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In animism, rocks, mountains, and other geographical features are regarded as having spiritual essence.
Στον ανιμισμό, οι βράχοι, τα βουνά και άλλα γεωγραφικά χαρακτηριστικά θεωρούνται ότι έχουν πνευματική ουσία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store