to gasconade
gas
ˈgæs
gās
co
nade
neɪd
neid

Ορισμός και σημασία του "gasconade"στα αγγλικά

to gasconade
01

καυχιέμαι, μεγαληγορώ

to loudly brag and exaggerate, trying to impress or intimidate others 
Intransitive: to gasconade about sth
to gasconade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gasconade
γ΄ ενικό πρόσωπο
gasconades
ενεστώτα μετοχή
gasconading
απλός αόριστος
gasconaded
παθητική μετοχή
gasconaded
Παραδείγματα
In the meeting, he couldn't resist gasconading about his sales achievements, making his colleagues roll their eyes. 

Στη συνάντηση, δεν μπορούσε να αντισταθεί στο να καυχηθεί για τα επιτεύγματά του στις πωλήσεις, κάνοντας τους συναδέλφους του να γυρίσουν τα μάτια τους.

01

κομπασμός, αλαζονεία

boastful or arrogant talk 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His speech was full of gasconade about his achievements. 

Η ομιλία του ήταν γεμάτη αλαζονεία για τα επιτεύγματά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store