Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gasconade
01
καυχιέμαι, μεγαληγορώ
to loudly brag and exaggerate, trying to impress or intimidate others
Intransitive: to gasconade about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gasconade
γ΄ ενικό πρόσωπο
gasconades
ενεστώτα μετοχή
gasconading
απλός αόριστος
gasconaded
παθητική μετοχή
gasconaded
Παραδείγματα
During the gathering, she started to gasconade about her extravagant lifestyle, leaving others feeling unimpressed.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, άρχισε να καυχιέται για την εξωφρενική ζωή της, αφήνοντας τους άλλους αδιάφορους.
Gasconade
01
κομπασμός, αλαζονεία
boastful or arrogant talk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The soldier's tales of heroism were largely gasconade.
Οι ιστορίες ηρωισμού του στρατιώτη ήταν σε μεγάλο βαθμό καυχησιολογία.



























