Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gash
01
κόβω βαθιά, ανοίγω βαθιά πληγή
to make a deep cut or opening, often using a sharp tool or object
Transitive: to gash sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gash
γ΄ ενικό πρόσωπο
gashes
ενεστώτα μετοχή
gashing
απλός αόριστος
gashed
παθητική μετοχή
gashed
Παραδείγματα
During the accident, the broken glass gashed the driver's arm, requiring immediate attention.
Κατά το ατύχημα, το σπασμένο γυαλί έκοψε βαθιά το χέρι του οδηγού, απαιτώντας άμεση προσοχή.
Gash
01
τομή, πληγή
a wound made by cutting
02
βαθύ κόψιμο, πληγή
a strong sweeping cut made with a sharp instrument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gashes
03
αυλάκι, τάφρος
a trench resembling a furrow that was made by erosion or excavation



























