Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gash
01
κόβω βαθιά, ανοίγω βαθιά πληγή
to make a deep cut or opening, often using a sharp tool or object
Transitive: to gash sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gash
γ΄ ενικό πρόσωπο
gashes
ενεστώτα μετοχή
gashing
απλός αόριστος
gashed
παθητική μετοχή
gashed
Παραδείγματα
She gashed her finger while chopping vegetables with a kitchen knife.
Κόπηκε στο δάχτυλό της ενώ έκοβε λαχανικά με μαχαίρι κουζίνας.
Gash
01
τομή, πληγή
a wound made by cutting
02
βαθύ κόψιμο, πληγή
a strong sweeping cut made with a sharp instrument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gashes
03
αυλάκι, τάφρος
a trench resembling a furrow that was made by erosion or excavation



























