gaseous
ga
ˈgeɪ
gei
seous
siəs
siēs

Ορισμός και σημασία του "gaseous"στα αγγλικά

01

αέριος, γαζώδης

existing as or having characteristics of a gas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gaseous
συγκριτικός βαθμός
more gaseous
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

gaseousness
gaseous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store