Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gasbag
01
φλύαρος, κομπαστής
a person who talks excessively and boastfully
αποδοκιμαστικό
αργκό
Παραδείγματα
The dinner party was ruined by that gasbag who wouldn't stop bragging.
Το δείπνο καταστράφηκε από εκείνον τον φλύαρο που δεν σταματούσε να καυχιέται.
02
σακούλα αερίου, θύλακας αερίου
the bag containing the gas in a balloon
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gasbags
Λεξικό Δέντρο
gasbag
gas
bag



























