gaslighter
gas
ˈgæs
gās
ligh
laɪ
lai
ter

Ορισμός και σημασία του "gaslighter"στα αγγλικά

01

χειριστής, συναισθηματικός κακοποιητής

a person who manipulates others by denying their perception, feelings, or reality 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gaslighters
Παραδείγματα
She realized her boss was a gaslighter after weeks of blame-shifting. 

Συνειδητοποίησε ότι το αφεντικό της ήταν χειριστής μετά από εβδομάδες μετατόπισης ευθυνών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gaslighter
gaslight

gas

+

light

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store