Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gaslighter
01
χειριστής, συναισθηματικός κακοποιητής
a person who manipulates others by denying their perception, feelings, or reality
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gaslighters
Παραδείγματα
He was labeled a gaslighter for constantly denying his mistakes.
Χαρακτηρίστηκε χειριστής γιατί αρνούνταν συνεχώς τα λάθη του.
Λεξικό Δέντρο
gaslighter
gaslight
gas
light



























