gait
gait
geɪt
geit
fatematepatewait

Ορισμός και σημασία του "gait"στα αγγλικά

01

βάδισμα, βήμα

the way someone or something walks or runs 
gait definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gaits
Παραδείγματα
Despite his injury, he maintained a steady and confident gait as he walked into the room. 

Παρά τον τραυματισμό του, διατήρησε μια σταθερή και με αυτοπεποίθηση βάδισμα καθώς μπήκε στο δωμάτιο.

02

βηματισμός, περπατημα

a person's manner of walking 
03

βηματισμός, περπατημα

with respect to climate 
04

βάδισμα, βήμα

a horse's manner of moving 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store