Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gait
01
βάδισμα, βήμα
the way someone or something walks or runs
Παραδείγματα
His hurried gait indicated that he was late for an appointment.
Ο βιαστικός βηματισμός του έδειχνε ότι άργησε για ένα ραντεβού.
02
βηματισμός, περπατημα
a person's manner of walking
03
βηματισμός, περπατημα
with respect to climate
04
βάδισμα, βήμα
a horse's manner of moving



























