Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Galabia
01
γαλάμπια, τζελλάμπα
a traditional loose-fitting, ankle-length robe or tunic worn in many countries in the Middle East and North Africa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
galabias



























