to gainsay
gain
geɪn
gein
say
ˈseɪ
sei
ganesa

Ορισμός και σημασία του "gainsay"στα αγγλικά

to gainsay
01

αντιτίθεμαι, αρνούμαι

to disagree or deny that something is true 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gainsay
γ΄ ενικό πρόσωπο
gainsays
ενεστώτα μετοχή
gainsaying
απλός αόριστος
gainsaid
παθητική μετοχή
gainsaid
Παραδείγματα
No one could gainsay the evidence presented by the prosecution; it was indisputable. 

Κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τα στοιχεία που παρουσίασε η δίωξη· ήταν αδιαμφισβήτητα.

Λεξικό Δέντρο

gainsay

gain

+

say

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store