gains
gains
geɪnz
geinz
painsmaneschainsremains
gainz

Ορισμός και σημασία του "gains"στα αγγλικά

01

προόδους, κέρδη

muscle growth, physical progress, or improvements in strength, often from working out 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gains
Παραδείγματα
He's in the gym every day, chasing gains. 

Είναι στο γυμναστήριο κάθε μέρα, κυνηγώντας κέρδη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store