futile
fu
ˈfju:
fyoo
tile
taɪl
tail
tootlebutyl

Ορισμός και σημασία του "futile"στα αγγλικά

01

μάταιος, άχρηστος

unable to result in success or anything useful 
futile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most futile
συγκριτικός βαθμός
more futile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their attempts to repair the old machinery proved futile, as it was beyond repair. 

Οι προσπάθειές τους να επισκευάσουν το παλιό μηχάνημα αποδείχθηκαν άκαρπες, καθώς ήταν πέρα από επισκευή.

Λεξικό Δέντρο

futilely
futile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store