Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
futile
01
μάταιος, άχρηστος
unable to result in success or anything useful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most futile
συγκριτικός βαθμός
more futile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His attempts to persuade her to stay were futile; she had already made up her mind.
Οι προσπάθειές του να την πείσει να μείνει ήταν μάταιες· είχε ήδη πάρει την απόφασή της.
Λεξικό Δέντρο
futilely
futile



























