fusible
fu
ˈfju:
φγου
si
ζι
ble
bəl
μπαλ
reusableusableunusableexcusable

Ορισμός και σημασία του "fusible"στα αγγλικά

01

εύτηκτος

able to be melted or combined when subjected to heat 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fusible
συγκριτικός βαθμός
more fusible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, chemistry, physics
Παραδείγματα
The scientist searched for a fusible material that could serve as a bonding agent in the experiment. 

Ο επιστήμονας αναζήτησε ένα συγκολλητικό υλικό που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως συνδετικό μέσο στο πείραμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fusible
fuse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store