Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
furry
01
τριχωτός, γούνα
having an abundant covering or coat of soft, dense hair or fur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
furriest
συγκριτικός βαθμός
furrier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
texture, animals, appearance
Παραδείγματα
The cat's furry coat kept it warm during the cold winter months.
Το μαλλιαρό παλτό της γάτας τη κράτησε ζεστή κατά τους κρύους χειμερινούς μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
furry
fur



























