furor
fu
ˈfjʊə
fyue
ror
rɔ:
raw
furore
furour

Ορισμός και σημασία του "furor"στα αγγλικά

01

έκσταση, ενθουσιασμός

a sudden and intense excitement, enthusiasm, or interest about something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
furors
Παραδείγματα
The new movie caused a furor among fans, who flocked to theaters in record numbers. 

Η νέα ταινία προκάλεσε έξαψη στους θαυμαστές, που κατέκλυσαν τα θέατρα σε ρεκόρ αριθμούς.

02

οργή, σκάνδαλο

a sudden outburst (as of protest) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store