Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fund-raise
01
συγκεντρώνω χρήματα, εκστρατεία χρηματοδότησης
to collect money or other resources from various sources, typically for a specific purpose or organization
Παραδείγματα
The team fund-raised to cover travel expenses.
Η ομάδα σύλλεξε χρήματα για να καλύψει τα έξοδα ταξιδιού.



























