fumes
Pronunciation
/ˈfjumz/

Ορισμός και σημασία του "fumes"στα αγγλικά

01

καπνοί, ατμοί

smoke or gas with a strong and unpleasant smell that is dangerous to breathe in
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Prolonged exposure to industrial fumes can cause serious health problems.
Η παρατεταμένη έκθεση σε βιομηχανικούς ατμούς μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα υγείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store