Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frighten
01
τρομάζω, φρικάρω
to cause a person or animal to feel scared
Transitive: to frighten a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frighten
γ΄ ενικό πρόσωπο
frightens
ενεστώτα μετοχή
frightening
απλός αόριστος
frightened
παθητική μετοχή
frightened
Παραδείγματα
The loud bang outside the window frightened the sleeping child.
Ο δυνατός κρότος έξω από το παράθυρο τρομάξει το κοιμισμένο παιδί.
02
τρομάζω, φρικάρω
to feel worried or scared
Intransitive
Παραδείγματα
She might frighten in the dark.
Μπορεί να φοβηθεί στο σκοτάδι.
Λεξικό Δέντρο
frightened
frightening
frighten



























