foul-up
foul
faʊl
fawl
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "foul-up"στα αγγλικά

01

λάθος, γκάφα

a significant mistake or blunder, often involving confusion or mishandling of a situation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foul-ups
Παραδείγματα
The foul-up in scheduling led to double-booked rooms at the conference. 

Το λάθος στον προγραμματισμό οδήγησε σε διπλές κρατήσεις δωματίων στο συνέδριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store