Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to found
01
ιδρύω, συνιστώ
to create or establish an organization or place, especially by providing the finances
Transitive: to found an organization or place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
found
γ΄ ενικό πρόσωπο
founds
ενεστώτα μετοχή
founding
απλός αόριστος
founded
παθητική μετοχή
founded
Παραδείγματα
They found a research institute dedicated to environmental conservation.
Ίδρυσαν ένα ερευνητικό ινστιτούτο αφιερωμένο στη διατήρηση του περιβάλλοντος.
02
ιδρύω, δημιουργώ
to establish or set up the initial structure of something
Transitive: to found a place
Παραδείγματα
They will found the new school on this plot of land.
Θα ιδρύσουν το νέο σχολείο σε αυτό το οικόπεδο.
03
ιδρύω, θεμελιώνω
to build or establish something based on a specific principle, idea, or belief
Transitive: to found sth on a basis
Παραδείγματα
The company ’s mission was founded on customer satisfaction and trust.
Η αποστολή της εταιρείας ιδρύθηκε στην ικανοποίηση και την εμπιστοσύνη των πελατών.
Found
01
διατροφή και διαμονή, πλήρης σίτιση
food and lodging provided in addition to wages or other payment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Volunteers were given found during the project.
Οι εθελοντές έλαβαν διατροφή και διαμονή κατά τη διάρκεια του έργου.
found
01
βρεθέν, ανακαλυφθείς
discovered either by chance or after a search
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most found
συγκριτικός βαθμός
more found
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The found footage added context to the story.
Το βρεθέν υλικό πρόσθεσε πλαίσιο στην ιστορία.
Λεξικό Δέντρο
founder
founding
found



























