to found
found
faʊnd
fawnd
moundhoundroundpound

Ορισμός και σημασία του "found"στα αγγλικά

to found
01

ιδρύω, συνιστώ

to create or establish an organization or place, especially by providing the finances 
Transitive: to found an organization or place
to found definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
found
γ΄ ενικό πρόσωπο
founds
ενεστώτα μετοχή
founding
απλός αόριστος
founded
παθητική μετοχή
founded
Παραδείγματα
The university was founded in the early 1900s. 

Το πανεπιστήμιο ιδρύθηκε στις αρχές του 1900.

02

ιδρύω, δημιουργώ

to establish or set up the initial structure of something 
Transitive: to found a place
Παραδείγματα
The pioneers found a settlement on the frontier to cultivate new farmland. 

Οι πιονιέροι ίδρυσαν έναν οικισμό στα σύνορα για να καλλιεργήσουν νέα αγροτεμάχια.

03

ιδρύω, θεμελιώνω

to build or establish something based on a specific principle, idea, or belief 
Transitive: to found sth on a basis
Παραδείγματα
Their philosophy was founded on the belief that education should be accessible to everyone. 

Η φιλοσοφία τους βασίστηκε στην πεποίθηση ότι η εκπαίδευση πρέπει να είναι προσιτή σε όλους.

01

διατροφή και διαμονή, πλήρης σίτιση

food and lodging provided in addition to wages or other payment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The job included found as part of the compensation. 

Η δουλειά περιελάμβανε διατροφή και διαμονή ως μέρος της αποζημίωσης.

01

βρεθέν, ανακαλυφθείς

discovered either by chance or after a search 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most found
συγκριτικός βαθμός
more found
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The found documents revealed the missing details. 

Τα βρεθέντα έγγραφα αποκάλυψαν τις λείπουσες λεπτομέρειες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store