Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fork over
[phrase form: fork]
01
παραδίδω, εγκαταλείπω
to give something particularly one's possessions to someone, often unwillingly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
fork
ενεστώτας
fork over
γ΄ ενικό πρόσωπο
forks over
ενεστώτα μετοχή
forking over
απλός αόριστος
forked over
παθητική μετοχή
forked over
Παραδείγματα
The suspect had no choice but to fork over his wallet when confronted by the mugger.
Ο ύποπτος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να παραδώσει το πορτοφόλι του όταν αντιμετώπισε τον ληστή.



























