Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foretop
01
φούντα, μπροστινή τούφα
a lock of a horse's mane that grows forward between the ears
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foretops
02
πλατφόρμα στην κορυφή του πρόβολου, εκτεθειμένη πλατφόρμα στο πρόβολο
a platform at the head of a foremast
LanGeek



























