Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forestall
01
προλαμβάνω, αποτρέπω
to stop something from happening by acting ahead of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forestall
γ΄ ενικό πρόσωπο
forestalls
ενεστώτα μετοχή
forestalling
απλός αόριστος
forestalled
παθητική μετοχή
forestalled
Παραδείγματα
She took painkillers to forestall a migraine.
Πήρε παυσίπονα για να αποτρέψει ένα ημικρανία.
02
προλαβαίνω, αποτρέπω
to block another person's actions by intervening before they can act
Παραδείγματα
She forestalled his argument by presenting new evidence first.
Αυτή προέλαβε το επιχείρημά του παρουσιάζοντας πρώτα νέα στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
forestalling
forestall



























