to forestall
Pronunciation
/fɔɹˈstɔɫ/

Ορισμός και σημασία του "forestall"στα αγγλικά

to forestall
01

προλαμβάνω, αποτρέπω

to stop something from happening by acting ahead of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forestall
γ΄ ενικό πρόσωπο
forestalls
ενεστώτα μετοχή
forestalling
απλός αόριστος
forestalled
παθητική μετοχή
forestalled
Παραδείγματα
Vaccination campaigns aim to forestall outbreaks.
Οι εκστρατείες εμβολιασμού στοχεύουν στην πρόληψη των επιδημιών.
02

προλαβαίνω, αποτρέπω

to block another person's actions by intervening before they can act
Παραδείγματα
They forestalled competitors by launching the product early.
Απέτρεψαν τους ανταγωνιστές με την πρόωρη κυκλοφορία του προϊόντος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store