forepart
fore
ˈfɔ:
φο
part
pɑ:t
πατ

Ορισμός και σημασία του "forepart"στα αγγλικά

01

μπροστινό μέρος, πλώρη

the portion of an object, structure, or entity that is at the front or nearest the leading edge 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foreparts
Παραδείγματα
The forepart of the ship cut smoothly through the waves. 

Το μπροστινό μέρος του πλοίου έκοψε ομαλά τα κύματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

forepart

fore

+

part

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store