Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foreboding
01
προαίσθημα, προμήνυμα
a feeling that suggests something dangerous or unpleasant will happen soon
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forebodings
02
δυσοίωνο, προμήνυμα
an unfavorable omen
foreboding
01
δυσοίωνος, προμηνυτικός
giving a strong sense that something bad or unpleasant is going to happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most foreboding
συγκριτικός βαθμός
more foreboding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His stern look gave her a foreboding feeling that bad news was coming.
Το αυστηρό του βλέμμα της έδωσε μια αίσθηση προαίσθηματος ότι κακά νέα ερχόταν.
Λεξικό Δέντρο
foreboding
forebode
fore
bode



























