Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fold up
[phrase form: fold]
01
διπλώνω, πτύσσω
to bend something to make it smaller or more compact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
fold
ενεστώτας
fold up
γ΄ ενικό πρόσωπο
folds up
ενεστώτα μετοχή
folding up
απλός αόριστος
folded up
παθητική μετοχή
folded up
Παραδείγματα
She instructed the students to fold up their notebooks and put them in their bags.
Επέστρεψε στους μαθητές να διπλώσουν τα τετράδιά τους και να τα βάλουν στις τσάντες τους.
02
διπλώνω, συμπτύσσω
to become smaller or more compact by bending or collapsing
Παραδείγματα
The collapsible chair folds up neatly, making it convenient to carry.
Η αναδιπλούμενη καρέκλα αναδιπλώνεται τακτοποιημένα, κάνοντάς την βολική στη μεταφορά.



























