to fold up
fold
fəʊld
fewld
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "fold up"στα αγγλικά

to fold up
01

διπλώνω, πτύσσω

to bend something to make it smaller or more compact 
to fold up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
fold
ενεστώτας
fold up
γ΄ ενικό πρόσωπο
folds up
ενεστώτα μετοχή
folding up
απλός αόριστος
folded up
παθητική μετοχή
folded up
Παραδείγματα
He carefully folded up the letter before placing it in the envelope. 

Διπλώθηκε προσεκτικά το γράμμα πριν το τοποθετήσει στο φάκελο.

02

διπλώνω, συμπτύσσω

to become smaller or more compact by bending or collapsing 
Παραδείγματα
The map easily folds up when not in use. 

Ο χάρτης διπλώνει εύκολα όταν δεν χρησιμοποιείται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store